Κυριακή, 1 Φεβρουαρίου 2015

ΒΙΒΙΚΑ


Στην Ιθάκη ήρθα πριν από 16 χρόνια. Τα μισά απ’ αυτά μένω στο  Σταυρό. Γράφω για  ανθρώπους αυτού του τόπου που έχουν αφήσει κάτι μέσα μου, είναι καλοί άνθρωποι, μια περιουσία ανεκτίμητη από τις τελευταίες σ’ αυτό τον τόπο, που σίγουρα θ’ αποζητούμε στο «δύσκολο» αύριό μας. Η παρουσία αυτών των ανθρώπων στη ζωή μου, δίνει άλλη αίσθηση στο χρόνο αφού  νομίζω ότι τους ξέρω μια ζωή!

Έτσι και με την αξιοσέβαστη θεία Βιβίκα, μόνο που στην περίπτωση της μπορώ να πω από πότε την ξέρω...
Ήταν μια παραμονή πρωτοχρονιάς, στο τελείωμα μιας μεγάλης μέρας κατά τη διάρκειας της οποίας, με τα παιδιά της ομάδας του Οδυσσέα, είχαμε πάει σ’ όλα τα σπίτια της Βόρειας Ιθάκης για να πούμε τα κάλαντα.
Στην πόρτα της θείας Βιβίκας, από το ύφος του Σπύρου του Ζερβού και την συγκίνηση που διέκρινα στο πρόσωπό του, κατάλαβα ότι επρόκειτο για ένα ξεχωριστό πρόσωπο που αν μην τι άλλο, ήταν σημαντικό πρόσωπο για την ομάδα...
Από την πρώτη αυτή συνάντηση, θυμάμαι καθαρά την συγκίνηση της και τα υπέροχα χριστουγεννιάτικα γλυκά της, δίπλες και κουραμπιέδες... Όπως θυμάμαι και τον Ζερβό που παρόλο που μας είχε σχεδόν διατάξει να μην το παρακάνουμε με τα ποτά που μας προσφέρανε, φώναξε εμφανώς συγκινημένος, "Ένα ουίσκι θα το πινα..." προσθέτοντας τουλάχιστον το δέκατο πέμπτο στο πλούσιο ρεπερτόριο του της ημέρας εκείνης. Όπως είπα, ήταν μια μακριά και δύσκολη μέρα!
Από τότε που είμαι στο Σταυρό, δεν πέρασε μέρα που να μην την δω. Βλέποντας τη Βιβίκα από την πρώτη στιγμή καταλαβαίνεις ότι απέναντί σου έχεις τη γυναίκα με τη απόλυτη συνείδηση της φύσης της, την «προσωποποίηση της περιποίησης». Μια γυναικεία παρουσία με τα προσεγμένα γυαλιά, το βάψιμο και το χτένισμα της,  άλλα και τα όμορφα καπέλα της, την τσάντα της και βέβαια το μόνιμο χαμόγελό της! Πάντα δε με την παρέα της στο αγαπημένο της μέρος, στη "Μαργαρίτα".
«Κατά σύμπτωση», πάλι βραδιάζοντας, βρέθηκα στο σπίτι της μαζί με την "κολλητή μου" στο «δημοσιογραφιλίκι», την Αλέκα, για να τα τα πούμε μαζί της, πίνοντας ένα καφέ και  ξαναδοκιμάσω  τα γλυκά της.
Το σπίτι δεν έχει αλλάξει καθόλου. Αλλά και η ίδια δεν έχει αλλάξει καθόλου! Ήταν κάτι σαν ντεζα βου και αναρωτιόμουν "...έχουν περάσει η όχι δεκαπέντε χρόνια;"
«...Ήμασταν πέντε παιδιά, πέντε κόρες και καταλαβαίνεις τις δυσκολίες  μιας τέτοιας  οικογένεια τότε.  Δουλεύαμε σκληρά σαν άντρες. Στην ουσία μας μεγάλωσε η μάνα μας γιατί ο πατέρας έλειπε επί 22 χρόνια στην Αυστραλία! Όταν γύρισε...δεν τον γνωρίσαμε... Ωστόσο, οι γονείς μας ήταν αξιαγάπητοι άνθρωποι μας αγαπούσαν πολύ και  πέθαναν  ευτυχισμένοι, που μας είχαν κοντά τους μέχρι την τελευταία τους μέρα...
Εγώ παντρεύτηκα το 1951. Ο Νίκος μου, ήταν αριστερός και γι αυτό...δεν ήταν όλα ρόδινα στη ζωή μας! Τρεις φορές βρέθηκε στην εξορία. Την πρώτη φορά στον Άη Στράτη, τη δεύτερη στην Ικαρία και την τελευταία, το 1967 στη Γυάρο και Λέρο.  Για το «έγκλημά» του αυτό, του απαγόρευαν να δουλεύει. Ήταν διπλωματούχος ηλεκτρολόγος. Αλλά είχαμε πολύ συμπαράσταση από τον κόσμο και με το οικογενειακό ζαχαροπλαστείο που διατηρούσαμε τα βγάλαμε πέρα».
«Η περίφημη ροβανή της Βιβίκας του Στακέ» μονολογεί η Αλέκα!
«Η ροβανή ναι. Δεκατέσσερα ταψιά κάθε μέρα, χωρίς ηλεκτρικό ρεύμα, με το φως δυο λυχναριών και με… σιδερένια χέρια και μπράτσα! Σήμερα ο κόσμος έχει τυφλωθεί με τα πολλά φώτα! Εγώ ήμουν κάπως η... πιο καπάτσα που λέμε, αλλά όλες δουλεύαμε και πάνω απ’ όλα είχαμε και έχουμε καλή σχέση σαν αδερφάδες». 
«Δύσκολη εποχή και θα σας φαινόταν ατέλειωτη πιστεύω».
«Τέλος πάντων, τα πράγματα άρχισαν ν’ αλλάζουν κάπως μετά το 1974. Ο Νίκος άρχισε να δουλεύει και οι νεότεροι μάθαιναν απ’ αυτόν. Το σπίτι μας γεμάτο κάθε βράδυ. Ο Σόμπολας, ο Σολδάτος, ο Φίλιππας ο Καραβίας...! Ευτυχώς στον τόπο μας δεν γεννήθηκαν τα μίση που άφησαν στην άλλη Ελλάδα οι πολιτικές διαφορές.  Δεν αντιμετωπίσαμε ποτέ ένα σημάδι μίσους. Μάλιστα ο Νίκος στα δύσκολα χρόνια δούλευε λιγάκι στα κρυφά. Μετά το ’74 νοιώσαμε ελεύθεροι πια και η ζωή μας έγινε  πιο ωραία».
«Μιλάς με πολύ αγάπη για τον κ. Νίκο...».
«Μου λείπει 19 χρόνια τώρα! Ήταν καλός πατέρας, προοδευτικός άνθρωπος. Ήμασταν πολύ δεμένοι. Μου άρεσε ότι άρεσε και σ’ εκείνον.  Μέχρι το… γήπεδο και η ομάδα. Ακόμη και… η εξορία που διάλεξε. Γιατί αυτό διάλεξε όταν το 1967 στο γραφείο του νομάρχη αρνήθηκε να δηλώσει τη μετάνοια που του ζήτησαν για του δώσουν «χάρη».  Και έφυγε στην εξορία όπου κι εκεί σε κάθε απόφαση που έπαιρνε με είχε μαζί του». 
«Με  την ομάδα πιστεύω έχεις καλές σχέσεις».
«Α ναι, είμαι ευτυχισμένη από το σεβασμό που μου δείχνουν. Ακόμη και στην Αθήνα, την αισθάνομαι από απόσταση την αγάπη τους».
«Έχω ακούσει ότι, κατά κάποιο τρόπο είσαι… διάσημη στην Αθήνα...».
« Δεν ξέρω αν είμαι διάσημη αλλά είμαι όπου μπορώ και όπου… πρέπει. Λουλούδια στην επέτειο του Πολυτεχνείου, καταθέτω κάθε χρόνο».
«…Και παντού και πάντα δηλώνεις Θιακιά...».
«Κοίτα, όταν λες ότι είσαι από την Ιθάκη, σε κοιτάνε με ..δέος. Έχει βαρύ όνομα η Ιθάκη! Μια φορά μπροστά στο "Λουμίδη" μια δημοσιογράφος με ρώτησε από που είμαι. Από την Ιθάκη, της λέω και όσο και να προσπαθούνε δεν θα μας την πάρουνε!
Η  Ιθάκη και προπαντός ο Σταυρός είναι πολύ σημαντικά για μένα και έχω γράψει κιόλας για αυτά»!
«Έχεις επηρεαστεί από την κρίση ;»
«Προσωπικά, όχι. Αλλά τα παιδιά μου και τα εγγόνια μου ναι και στενοχωριέμαι  πολύ γι αυτό! Και έχουμε και Χριστούγεννα σε λίγο.. Εγώ θα ευχηθώ σ’ όλο τον κόσμο Καλή Ανάσταση και... ας μην είναι»!
Με τη ευχή αυτή, η κουβέντα μας τέλειωσε. Βγήκαμε έξω και οι τρεις. Είχε σκοτεινιάσει και ήταν η ώρα που η Βιβίκα πήγαινε να ανταμώσει της φιλενάδες της στο Ζαχαροπλαστείο του Αναμάρτητου. Απέναντι από την πόρτα της, βλέπουμε την  Πιπίτσα, την Αλίκη και τον Πάνο να τα λένε χαμογελώντας με τον Αντρέα και την Ευτυχία οι οποίοι μόλις είχαν γίνει παππούς και γιαγιά. Η Κυριακούλα μόλις είχε φέρει στο κόσμο το κοριτσάκι της.
Και εγώ θυμήθηκα... Δεκαπέντε χρόνια πριν, βγαίνοντας από το σπίτι της Βιβίκας, υπήρχε κόσμος και πολύ χαρά…!!!
                                                                                     Arian Muraj

ΠΗΓΗ: εφημερίδα "Πλατύ Ρείθρον"

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου