Παρασκευή, 23 Ιανουαρίου 2015

ANΩΗΣΑΝΙΚΑ ΛΙΟΜΑΖΩΜΑΤΑ ΚΑΙ ΛΙΤΡΟΥΒΙΑΡΑΙΟΙ


Κάποτα στην Αθήνα, νια βλάχα συμπεθέρα πούχαμε από μπάρμπα μεριά, μόλις ήρτε λόος για τσ' ελιές εξέταξε τον πατέρα μου για το μερδικό του γαμπρού της. Εξαχείλησε  το λοιπόνε η μαγκούφω το περιβόητο:   
«Ου Γιώργους δεν έχει λαδ!!!»

Ευτήνη, τη λάτα της εγύρευε τζάμπα, αλλά ο σχωρεμένος τση την άδειασε μονοκοπανιά απάνου της και μάλιστα καυτή.
«Συμπεθέρα» τση είπε «ου Γιώργος έχει λαδ, μοναχά του λάδ δε κονομιέται έτσι, παρί κονομιέται με τυραγνία και κίντυνο. Νάρτει ο Γιώργος να τυραγνιθεί, να πάμε μαζί στου Σταμάτη τη βάλη και στη Χοντρηπούντα και θανέχει λαδ!!!» Και ξιστόρισε το λοιπόνε στη συμπεθέρα τη τυραγνία τη δική του και των αλλουνώνε, μέχρι να γιομίσουνε τ’ αγγειά τους στο κατώι. 
«Για να γιομίσουνε τα πλιθάρια συμπεθέρα» τσι είπε, «πρέπει να σκωθείς δυό ώρες να φέξει, στο τρίτο ορνίθι να  κοιτάξεις από το πορτέλο αν εχάραξε κι αν είναι τρύπιο μεσ’ τα σύγνεφα για να κινήσεις μη γένεις ζούφτη. Να σαμαρώσεις το γάϊδαρο, να φέρεις τσι τριχιές, τσι κατσουρίδες, τσι σάκκινες, τα μπροστοσάκκουλα, τα σακκουλόσκινα, τα λανάρια (τα μισά σκούβλοι), τα πριόνια, τσι ψαλίδες και τ’ ακόνια. Να κομπιάσεις το τουβαέλι με το προσφάι, νια νυχιά ψωμί μπάλο, το μποτσόνι με το λάδι, ένα κρεμμύδι, δυο σκόρδα, κανιά κολυμπάδα, το κολοκύθι, κάνα κυδώνι στυφό ψημένο στη χόβολη, κανιά κρεμάδα και το παούρι με το νερό μη δεν έχουνε οι λίμπες ίσακάτου. Μισοσάμαρα τ’ αλεξιβρόχια και η σκάλα και γραμμή για τα τρία χωριά, για το φατσόρι και για τη Παναγιά στο Κιόνι. Ούσι του γαϊδάρου μες τη γλύστρα, μες τσι ριζιμιές και μεσ’ τσι απόμπιξες για να φτάσουμε και ν΄αρχινίσει το ξέντωμα και σκύψιμο για να συμάσεις πολλές βολές κίφακα κοκολόι κι άλλες βολές δε λέω, ρουγγλιά για να ντα χαίρεσαι. Ξέρεις τι είναι νανείσαι στη κορφή, νάχεις τα κλαριά δεμένα απ’ τσ’ αμοσκάλες με τη τριχιά για να ζυγώσουνε και να πρεβατείς απά στη τριχιά για να σώσεις τα λουμάκια κι ας λέει το παλαιό… η τριχιά κι η κατσουρίδα φέρνουν την ελιά στη ρίζα…!!! Ξέρεις τι είναι να μην ορίζεις τα χέρια σου πούναι μαργωμένα και να τηράς μη βγει νια στάλα ήλιος να στα χλιάνει; Και στα πιστρόφια τώρα αποσταμένος, τσικλισμένος, κρυομπασμένος, μεσ’ τσι λάσπες ν’ αμπώνεις το γάϊδαρο να ξεκολήσει στο δρόμο κι αν ετσίτιζε και τ’ αφεντικό και ο γάϊδαρος ζούφτη κι αν δεν εβάσταε ομπρέλα, απ’ τ’ ανεμόβροχο, πάλι ζούφτη και πέλαο κι εγώ και το ζωντανό συμπεθέρα».
Ευτά έλεε ο πατέρας μου και η συμπεθέρα ετήραε στα μάτια του κι ήθελε να διεί τι καλό εκαρπιζόντανε στα πιστρόφια και για το μπάνιο, το θερμοσίφωνο και τη μάρκα τ’ αφρόλουτρου….
«Δυο πρασουλίθρες και δυο λιανόσκορδα στο τηγάνι συμπεθέρα, με λίγο λάδι και δυο γυρισές κι εφτό ήτανε το φαΐ μας. Μπορεί τσουγνίδια, κάνα αυτάκι, κάνας ρέγγος που κι αλάχει, κάνα λιανομάριδο απ’ τσ’ Αραπαίους ή πιτσούνια ροκάδες αξεφλούδιστες βρασμένες με νερό και μετά… σοφιγάδες. Το μπάνιο αύριο… άμα εζέστενε η πινιάτα πούχε απόξου δυο δάχτυλα γάνα… και… το καλοριφέρ εσβηστοκαιόντανε στη γωνιά και το… άρωμα χώρου ο καπινός, αναλόγως πως εδούλευε ο ανηφορός και ο… μαΐστρος πο κάθηνε το καπινό μέσα».
Ευτά  κι άλλα θυμώμαι εγώ ο… νεότερος για το λιωμάζωμα, τσι μέρες πού-μουνα παιδί. Θυμώμαι τη τυραγνία τσι ελιάς, θυμώμαι τη τυραγνία τ’ αφεντικού και τσ’ αφεντικιάς, χειρότερα αν εδούλευες μισακά ή αναπετής. Θυμώμαι και τα καλά τσι ελιάς, το φτωχικό πο φαινόντανε γλυκό, τη παρέα, τσι παρόλες, τα γέλια  και τα κακαρίσματα απουκάθενέ της. Θυμώμαι καρπό ελιές, μουχλιασμένες μεσ’ τσι λινούς, τα τσουβάλια τση μηχανής που τάφερνε ο Γε
ράς, ο Αρτέμης, ο Νίκος ο Μπρίμπας κι ο Σούφης, κατάμαυρα από το λιόζουμο και τα μπουράτα γιομάτα λιοκούκκι λάσπη, λιόζουμο και ραντουλίδες, που μπορεί νανήντανε καλλίτερα έτσι που δεν εχρειζόμαστε Dettol μόλις τα πιάνα-με…!!! Θυμώμαι πάλε ένα φαί πο τρώανε οι παλαιοί μετά την ελιά για να ζεσταθούνε. Δυο αυγά μάτια μεσ’ το κατσαργιόλι, να βράσουνε με νερό, λάδι, αλάτι, πιπέρι και αγουρίδα από το κλίμα γιατί τα λεμόνια στην Ανωή ήτανε άφαντα. Και ούλα ευτά, τα κάνανε ούλοι στο χωριό…
 Ήτανε όμως και κάποιοι που εκάνανε και ξεχωριστή δουλειά ετούτες τσι μέρες για το λάδι του κόσμου και λέω εδώ να θυμηθούμε και τσι Ανωησάνους αργάτες τση μηχανής στο λιτρουβιό για το μεροδούλι τους, για το λαδάκι και το ψωμάκι τους.  Εγώ δεν έφτασα ούλα τα λιτρουβιά στην Ανωή.  Θυμώμαι  μονάχα του Βαγγελάκη στα Μαρουδάτα, με τα λιθάρια που τα γυρίζανε τ’ αλόγατα και θυμώμαι και τα τρίφτυλα λυχνάρια με τσι ξύλινες φούρκες στσι τοίχους. Μαδέ και του Τσιλιάνη δεν έφτασα, έφτασα όμως ανθρώπους λιτρουβιαραίους Ανωησάνους που θέλω να μνημονέψουμε έτσι όπως ήτανε, με τα νύχια κατάμαυρα απ’ το λιόζουμο και το λιοκούκκι. Λέω μαθές για το Γιάννη το Μάγγανο, το Νιόνιο το Φιφλή, το Μεμά του Μπουσούλη και το Μάσο το Μουρδούλη, σώκλειστοι στο σαράι το Κουβαρέικο στο Σταυρό, χρόνια και χρόνια αργάτες στον Αξελό του Τζώρτζη και του Τζουγανάτου, αντάμα με το Γιάρε, το Λιμά, το Μότο, το Σπύρο το Πατσά από την Εξωή και το Τζανέτο απ’ τη Λεύκη. Ευτήνοι εβγάνανε πέρα τη μηχανή κι έπαιρνε ο κόσμος το κόπο από το πράμα του. Ο Μάγγανος στασαδόρος στη βίδα, ο Φιφλής στο ρογό και στα λιοκούκκια, ο Μεμάς στη καστάνια και ο Μουρδούλης στη κατάστρα, στα λιθάρια και στη κασέλα με τα μέντε του στη τρυπού…!!! Και στο σαράι μάγερας ο Μουρδούλης και τροφοδότης από το Καρεκλά. Τροφοδοσία πλερωμένη με μποτσόνια λάδι στη ζούλα από το πλιθάρι του Τζώρτζη, αν και ήτανε πάντα γιομάτο, γιατί κάθε μποτσόνι λάδι πόφευγε έμπαινε ένα μποτσόνι νερό τση στερνός! Η ξυλόσομπα έκαιε και το κατακόκκινο μαντέμι έψενε από μαρίδες και ρέγγους μέχρι λαρδί από χοίρο και στο μάτι έβραζε μέχρι τραοκεφάλες σε λάτα με μακαρουτσίνια, με… φουχτιά κοκκινοπίπερο και αλάτι, σέλινο χεριά και πάστα… το κουτί ολόκληρο! Ο μάγερας Μουρδούλης έβανε στο μαντέμι και μπακαλιάρο αξαρμήριο, έτσι για να σκάει το αλάτι και τόλεε Γιούρμπασι και… τα φαγιά του και τα υλικά του τάλεε Πυρηνική Γόμωση!!! Κάπως έτσι εγενόντανε στην Ανωή εκειά τα χρόνια, μέχρι το κλάρισμα και το κάψιμο κι έτσι και οι παρακάτου, οι κατωτινοί. Και τότενες και τώρα η ελιά έχει τα κακά της αλλά και τα καλά της. Τα καλά της είναι το χρυσάφι της το νόστιμο, ότι τρως και η ωραία παρέα απουκάθενέ της. Και για να μένουνε τα καλά από τα κόπια, η ελιά θέλει σεβασμό για να σου μένει το χρυσάφι και τα ξεγγαρδίσματα. Γιατί αλλοιώς θα κονομίσεις κανιά σκροβοντισά, χτένια κομποσούρα ή ποδάρι σπασμένο ή κανιά πνεμονία με στένεψη,  πόλεε  η Παναγιώτα του Μπουσούλη η σχωρεμένη…!!!  

                                                                                                    Ο Ανωησάνος

ΠΗΓΗ: εφημερίδα "Πλατύ Ρείθρον"

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου