Σάββατο, 2 Αυγούστου 2014

O ΠΑΝΗΓΥΡΙΚΟΣ (ΠΟΔΟΣΦΑΙΡΙΚΟΣ) ΑΓΩΝΑΣ ΠΛΑΤΡΕΙΘΙΑ – ΕΞΩΓΗΣ


Φωτο ομάδας του Πλατρειθιά (αρχείο Θωμά Αργύρη-Θωμά της Πολύμνιας)
Ήταν η εποχή που ο Πλατρειθιάς έσφυζε από ζωή στα πόδια της κοιτίδας του κι εκείνη, η Εξωγή, περήφανη για τον εαυτό της και τα σφριγηλά της νιάτα, έβλεπε ανταγωνιστικά και καχύποπτα την ολοζώντανη (και ποδοσφαιρικά) επέκτασή της στο ομηρικό εύφορο ανάγλυφο της κοιλάδας του Πλατυ-ρείθρου, τον Πλατρειθιά………..
………………..Στην επίσημη τελετή του φιλικού αγώνα Πλατρειθιά – Εξωής παρευρέθηκαν όλες οι Αρχές του Πολυκτορίου, όλες οι κοπέλες κι όλα τα παιδιά κι είπανε πως μόνο κάποιες νόνες κάτσανε στα σπίτια τους.
                                        
Ήταν εκεί, καθισμένοι σε καρέκλες από τα καφενεία του Λάμπρου, του Κονάτου και του Καμζέλη, ο Πρόεδρος της κοινότητας Πλατρειθιά ο Μποκολής, ο Πρόεδρος τσ’ Εξωής ο Μάσος ο Σαρλής, ο πρώην πρόεδρος ο Χρήστος Καμζέλης, ο παπα-Κώστας, οι Δάσκαλοι του Πλατρειθιά που καμάρωναν τους μαθητές τους δηλαδή ο Μπέλεσης, ο Ατζουλέτος, η Κατίνα η Πιάτσα, η Τέτα, ο δάσκαλος ο Φέτσης που ήτανε στις Φρίκες κι ο δάσκαλος ο Μάσος που περίμενε ξεχασμένος, ροκανίζοντας ευσεβείς φιλοδοξίες, το διορισμό του. Η δασκάλα η Παρθενώπη μόνο στον Ταξιάρχη πήγαινε όταν έβγαινε απ’ το Βρετταίϊκο κι ο καθηγητής ο Ατζουλέτος που το χαρακτήριζε «χαμερπές παίγνιο αγγλοβαρβαρικής προελεύσεως» έλειπε στην Πάτρα. Ο Μπάρμπα Δάσκαλος ο Συρμής, από τότε «εκάθητο επί της πέτρας εκείνης», παρακολουθώντας τους περαστικούς της συρμαίϊκης στροφής στο αυστραλόμορφο αρχοντικό του (όπως το αποθανάτισε αργότερα και με ειδική πλάκα ο γιος του Δημοσθένης). Ήτανε ακόμη ο Ενωμοτάρχης ο Μαλάμος, Διοικητής της Ελληνικής Βασιλικής Χωροφυλακής Φρικών και όλη η δύναμή του από τρεις χωροφύλακες με το Νίκο Ζήκα επικεφαλής, ο τελώνης Φρικών και οι αγροφύλακες της περιοχής με επικεφαλής το Σταύρο τον Αμώνη που κάτσανε του «ξεμοτόχου» προς τη μεριά των Αφαλών για να μη δουν τη μπάλα να πέφτει στ’ αμπέλι του Ντίνου οπότε και «θα μιλούσε», -όπως παρατήρησε ο μπαρμπα-Γεράσιμος ο Κουγιανός, -«ο νόμος μέσα τους»……………….
………………..Εκείνο το παχνίδι άφησε εποχή αφού διέψευσε κατά πανηγυρικό τρόπο τους διοργανωτές, τις Αρχές και τους θεατές που ξεπέρασαν τους πεντακόσιους, αφού με εντολή της διοίκησης έγινε και καταμέτρηση από το Θοδωρή τση Μαριγώς, εμένα και το Νάσο του Κατσιπάνου……………..
………………….Το πρώτο Πλατρειθιώτικο γκολ το ‘βαλε ο Θωμάς τση Πολύμνιας με πάσα του Αλέκου τση Κορίνας από δεξιά. Η μπάλα διαπέρασε το τέρμα, χτύπησε με ορμή στη λιθιά, ξοστρακίστηκε και βρήκε τον τενεκέ του Θιακομήτσου που του τον πήρε άδοξα απ’ τα χέρια. Όλες οι πλατριθιώτικες σκούφιες βρεθήκανε στον αέρα και είπανε πως η πρώτη και ψηλότερη ήτανε η αφρικάνικης προέλευσης, σκωτσέζικη καρρωτή του μπάρμπα του Νικολή του Μπαζίνα, που φορούσε τις γιορτινές μέρες. Όταν τέλειωσε το ημίχρονο ο Μπάερας με τον Αντρέα του Λάμπρου, τη Ντίντη τση Λουκίας, τη Βικτώρια τση Μαριγώς και τη Θελκτική τ’ Ατζουλέτου έκαμαν έρανο για τους σκοπούς της ομάδας. Με τα λεφτά του εράνου ανάμεσα στ’ άλλα θα αγοράζονταν και ποδοσφαιρικά παπούτσια, που ήτανε η μεγάλη εκκρεμότητα της ενδυματολογικής εμφάνισης της ομάδας. «Τα παπούτσια δεν κάνουνε τση ποδοσφαιριστές, αλλά μετράνε στο θέαμα και την απόδοση», ήταν το μότο που κυριάρχησε εκείνη την εποχή κι όχι άδικα……….
……………………Στην επανάληψη βάλανε γκολ οι ξωησάνοι με το Μάσο του Στανίτσα, από πάσα του Μαγγανά, και οι σκούφιες των ξωησάνων πετάξανε ψηλότερα απ’ τις πλατρειθιώτικες. Στο ογδοηκοστό λεπτό της συνάντησης όπως κατέγραψε το ρολόι του Διγαλέτου (τεσταρισμένο στου Κατσαμά στο Βαθύ) ο Γιαννίκος του Μποτίλια έγραψε, με εξοστρακισμό σε ξωησάνικη ωμοπλάτη ενός βολέ του Μίμη του Ποσόρη, το τελικό σκορ: Πλατρειθιάς δύο – Εξωγή ένα!                          
 Ο αγώνας κρίθηκε πως δικαίωσε τους πάντες και την πανηγυρική παράσταση στο παλκοσένικο των Λιμνών. Παίχτες και θεατές αγκαλιαστήκανε και κανείς δεν αποχωρούσε. Με εντολή του Μπάερα φύγανε τρεχάτοι ο Φλώρος του Κόγια κι ο Βαγγέλης τση Νικήτως να χτυπήσουνε τις καμπάνες των Ταξιαρχών. Μετά χτυπάγανε κι οι καμπάνες της Αγίας Μαρίνας γιατί κάποιος τους είπε κατά λάθος πως νικήσανε οι ξωησάνοι και χτυπάγανε οι καμπάνες των Ταξιαρχών για σινιάλο. Ας είναι… Μικρό το λάθος και μεγάλη η γιορτή………..
………………..Στην «Κόλαση», το ιστορικό καπηλειό του Καμζέλη, μια ώρα αργότερα, είχαν κάτσει παίχτες και παράγοντες στα τραπέζια ανάμεσα στις καλαμιές. Η θεια η Γιαννούλα ούτε κρασί μετρούσε ούτε μεζέδες, κοκορέτσια και σπληνάντερα. Κανείς δεν ήξερε ούτε νοιαζόταν για το ποιος παράγγελνε και ποιος θα πλήρωνε αφού το καπηλειό επιβίωνε πάντα απ’ την καλή προαίρεση των μουστερήδων του κι αυτή τη φορά ο έρανος θα κάλυπτε τα βασικά του φαγοποτιού. Όταν κάποια στιγμή αναφταώθηκαν τα κοκορέτσια, βάλανε χέρι και στο βαρέλι με το τυρί τση Γιαννούλας, που το πρόδωσε ο ανηψιός της ο Βαγγέλης τση Νικήτως κι ήταν τότε που κάποιος φώναξε ανάμεσα στα τραγούδια «ανοίξτε το φούρνο του Κοκόση και φέρτε φρίτσες να τση μπουκώσουμε γιατί τα φάανε ούλα». Κι έτσι έγινε και τρώγαν οι αχόρταγοι για ώρα ψωμοτύρι με άγουρες μπουρνέλες για επιδόρπιο. Στις έντεκα το βράδυ που ‘τανε όλοι σκασμένοι, φώναξε ο Μπόμπος το Σπυρογιάννη του Κονάτου «να πάει στο μπακάλικο του Μακρή και να φέρει μισό κιλό σόδα σκόνη να την ανακατέψουμε με νερό πηγαδίσιο για να μη σκάσουνε οι ξωησάνοι στον ανήφορο».Το  αποκορύφωμα ήταν η στιγμή που χάρισε ο Μπάερας στον Καμζέλη μια πλατρειθιώτικη σκισμένη φανέλα του αγώνα κι ο Καμζέλης τη φίλησε ψελλίζοντας: «Αμ’ τούτη δω είναι σαν τη σημαία σήμερα»  και την κρέμασε σ’ ένα περίοπτο τσιγκέλι, όπου έμεινε κρεμασμένη και μυγοφτυσμένη για καιρό. Παράλληλα έκανε και μια δήλωση που χαροποίησε ιδιαίτερα «τση τσέτες του Πλατρειθιά»: «Αμ’ ούλες οι φούσκες απ’ τα σφαχτούλια θα φυλάουνται για φίλεμα στα σκοληταρούδια να κάμουνε τόπια».
 Όταν οι ξωησάνοι σηκωθήκανε να φύγουνε, ο Γιάννης ο Μπούγιος κι ο Παναγιώτης ο Ματσής, άνθρωποι που ενσάρκωναν τις ξωησάνικες αξίες, κάτι σαν αρμόδιοι επί του ξωησάνικου πρωτοκόλλου με σημαία την υπερηφάνεια και «την κεφάλα του Μώρου», πρότειναν να πληρώσουν το ξωησάνικο μερδικό. Ο Μάσος του Διγαλέτου κι ο Μπάερας είπαν πως κερνάει ο Πλατρειθιάς κι ο έρανος κι ο Καμζέλης είπε: «Αμ’ σήμερα κερνάει η Κόλαση κι η Ελληνίδα η Γιαννούλα… ζήτου η Ελλάδα, ζήτου ο Πλατρειθιάς, ζήτου η ομαδάρα, ζήτου και η Γκιάφα».  
Τέτοιο λεβέντικο τέλος σε μια γιορτή μπάλας για τις καινούργιες στολές μόνο στον Πλατρειθιά του 1949 μπορούσε να συμβεί και με αντίπαλο τη Γκιάφα (Εξωγή) και μόνο τη Γκιάφα...

Από το βιβλίο του Δ.Παΐζη-Δανιά "Ιθακησιακά"
Θωμάς τση Πολύμνιας-πάνω τρίτος από αριστερά.                    

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου