Τετάρτη, 3 Σεπτεμβρίου 2014

ΓΙΩΡΓΗΣ ΖΑΒΕΡΔΙΝΟΣ

 
 Τ’ απόσκια πεσωμένα, δυο καλογιάννοι, τρεις τσιχλοκότσυφες, τρεις προβατίνες, ο Νιόνιος στο μαντρί… δυο μελανά σύγνεφα στο καβελάρη, ολούθενε αντάρα μέχρι τα μπούνια και περνάρια και σπάρτα που σούνται στην κρύα και βρεμένη ανασασά του Δικέβρη.   Μαζί… η σιωπή στο κοιμητήριο στην εμπασά του χωριού, στσι κάμπους αντάμα με την ερμιά και το χάος που στέκει στην επιφάνεια του κόσμου, στο Νήριτο, ούλα μαζί είναι η εικόνα και η αλήθεια στο βουνό τση Ανωής. Είναι οι στιγμές, οι μέρες, οι ώρες τση καταχνιάς και του βάθους, που αποζητάς ένα χέρι ν’ αγκιστρωθείς για τση ψυχής την αναρρίχηση. Ούλα του γάμου δύσκολα κι όποιος μπορεί κι όποιος αντέξει.

Και  του ξάφνου βροντάει ο Μαΐστρος, ανοίει η πόρτα στο κοκκινοπύλι, κι ο καβαλάρης ρίχνει τα φώτα του στην αντάρα, ανασκώνει τ’ αμπέχωνο, ανασκουμπώνει τσι μανίκες, χαμπηλώνει τη σκούφια και βάνει Τρίτη στο δίκυκλο στο ίσωμα, στσι Βουτιάδες να ξαποστάσει. Είναι ο Γιώργαρος ο καβαλάρης, ο Γιώργης ο Ζαβερδινός απ’ το Σταυρό, ο γιος του Μάρκου και τση Ναυσικάς απ’ τα Σκιωτάτα, μ’ ένα μαντήλι γιομάτο γόπες στο τιμόνι δεξά, μαρίδες για τσι γάτες στο τιμόνι ζερβά, η σμέρνα στη μέση για τσι Γιώργηδες, κοψίδια για τσι σκύλους στο σύκλο και στο ντροβά. Πίσω του τα φάρμακα και οι παραγγολές του χωριού. Τέτοιες ώρες για τσι Ανωησάνους ο Γιώργης είναι τ’ αστέρι που ξεπρόβαλε στο καταράχι τσι ψυχής τους, σα ν’ άναψε καντήλι στο ξωκλήσι τ’ άι Λια. Γιατί στην Ανωή ο Γιώργης δεν άφηκε κα λερωθεί η ψυχή του και η εμπασά του στο χωριό είναι σταγόνα άγιας ροής!!!
Έρχεται στην πέτρινη ερμιά να πιθώσει στο μαγαζί, στο Νίκο, να ρίξει τη πασέντσα κι απέ ν’ ανεβεί τη πέτρινη σκάλα, να ντονε ποτίσει ο συντοπίτης μας, ν’ ακουρμαστεί τ’ αγκομαχητά, να πει λόγια γαλήνης, να κάμει το θέλημα, να χαιρετήσει, να κουβαλήσει και να βοηθήσει! Έρχεται για την υπεράσπιση των αδύναμων και χαίρεται για τη σπιθαμή προς σπιθαμή κατάχτηση κάποιων δικαιωμάτων και χαίρεται για του χωριού την κατάχτιση! Έρχεται ν’ απλώσει τσι φτερούγες στην ορφάνεια των γερόντων, για να ζεσταθούνε παγωμένα χέρια και να μπαλώσει μαζί με άλλους τσι βρωμιές και τσι ντροπές τση πολιτείας και να αητάρει του κρύφου όπου μπορεί… κι όσο τονε σκώνει η κάπα του!!!  Γιώργη αγαπημένε! Επειδής εδιάλεξες το ξέφωτο, τα γιδοστράτια και τα τρίστρατα, τ’ αγνάντιο από δω στο πέλαο, και… το Μπριζίκο… Επειδής μας καταδέχεσαι, μας ανοίεις τη πόρτα, επειδής μας έχεις φίλους σου και λες πως είσαι Ανωησάνος και καμώνεσαι, επειδής δε λείπεις από τσι εκκλησές και τα ξωκλήσα μας, απ’ τα νητερέσα μας κι απ’ ούλα μας, γιατί μας κέντρωσες τσι απιδιές μας, για τ’ αμπέλι μας που το ‘σκαψες, για το κρασί μας πο ‘βαλες, για το παούρι που βαστάς να ξεδιψάσεις κάποιονε και… γιατί εκτέλεσες στο ελάχιστο το σκοπό τσι γέννεσης,Σου προσφέρουμε:Εξόν από ζεστό μαγέρεμα σε λινό μεσάλι στρωμένο, λεβάντα κι αρμπαρόριζα, το βάγιο μας, κρούσταλο νερό απ’ τη μπουκάλα με μπρουτζολάνα στέρνα μας και σε βαφτίζουμε Ανωησάνο με τιμή, αφού έτσι επιθυμήσανε οι προεστοί και… αφού κι εσύ ευτό επιθύμησες με δήλωση.

                                                                         Ο Ανωησάνος
Από την εφημερίδα "Πλατύ Ρείθρον"

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου